«Ο Ανδρέας ήταν μεγάλος γλεντζές»Ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος, που πάνω από 50 χρόνια έβαλε τη σφραγίδα του στον χώρο της διασκέδασης, μιλά για τη λαμπερή πορεία του. Τα πρώτα βήματά του στη νύχτα, το… ροκ μπουζουξίδικο στην εθνική, η κοσμική υπόγα Αθηναία και τα θρυλικά Αστέρια της Γλυφάδας
Μπορεί ο μεγάλος γιος του, ο Νάσος, να απασχόλησε πρόσφατα την επικαιρότητα λόγω της συμμετοχής του στο «Survivor» ωστόσο ο ίδιος, ο Αργυρής Παπαργυροπούλος, πρωτοστατεί για περισσότερα από 50 χρονιά στη νυχτερινή Αθήνα, έχοντας βάλει τη σφραγίδα του σε θρυλικά κέντρα όπως η Αθηναία και τα Αστέρια.

Ο γνωστός επιχειρηματίας κέντρων διασκέδασης -που διετέλεσε και πρόεδρος του κλάδου του- αποκαλύπτει στην «Espresso» άγνωστες στιγμές από τη ζωή και τη λαμπερή πορεία του.

Πού γεννήθηκες;

Στο Πολύδροσο, το χωριό του πατέρα μου, το 1943. Τότε οι Ιταλοί βομβάρδισαν τον Παρνασσό, φοβήθηκε η μάνα μου και με γέννησε νωρίτερα! Σε μία εβδομάδα ήρθε η γιαγιά μου με ένα γαϊδούρι και με πήρε στους Δελφούς, το χωριό της μητέρας μου, όπου και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Εχω άλλους δύο αδελφούς, μικρότερους από μένα.

Πότε ήρθες στην Αθήνα;

Το 1955, αφού τελείωσα το δημοτικό στο Πολύδροσο. Πήγα σε τεχνική σχολή για να γίνω ηλεκτρολόγος και την ημέρα δούλευα σε διάφορες δουλειές, στο κουρείο ενός θείου μου και σε εργοστάσια. Το 1960 αποφάσισα να μπαρκάρω. Πήγα ως βοηθός ηλεκτρολόγου σε ένα γκαζάδικο.


Σου άρεσε η θάλασσα;

Στην αρχή μού ερχόταν να κάνω εμετό από τη μυρωδιά της μηχανής του καραβιού, αλλά σύντομα πήρα τα πάνω μου. Η θάλασσα μου πήγαινε πολύ και έκανα ωραία ταξίδια. Το πρώτο ήταν στη Νέα Υόρκη και το δεύτερο στη Ρωσία, ενώ έζησα και για κάποια διαστήματα ξέμπαρκος, στην Ολλανδία και τη Βραζιλία. Ωραίες εμπειρίες, μέχρι το 1964 που γύρισα στην Ελλάδα και υπηρέτησα τη θητεία μου.

Φαντάζομαι και εμπειρίες με πολλές γυναίκες…

Στη ζωή μου ως ναυτικός γνώρισα όλα τα… πουταναριά του κόσμου! Στη Βραζιλία, πριν δέσει το καράβι, έρχονταν οι πουτάνες πάνω με ανεμόσκαλες. Στο Περού, σε ένα οίκημα είχε μέσα 30 πουτάνες, ενώ στις Ινδίες, σε έναν οντά, υπήρχαν 100! Δεν ήξερες ποια να πρωτοδιαλέξεις…

Πότε αρχίζει η επαφή σου με τη νύχτα και τα νυχτερινά μαγαζιά;

Επιστρέφοντας από το εξωτερικό και ενώ υπηρετούσα στο Ναυτικό, ανέλαβα να προσέχω το μαγαζί ενός φίλου μου που μπήκε στη φυλακή, το οποίο ήταν στο Μεταξουργείο. Ηταν ένα μπαράκι με juke box, όπου σερβίραμε κονιάκ, πίπερμαν και μπίρα. Το έλεγαν Χρυσό Κριάρι… Ε, κάθε βράδυ γινόταν και κάνα έγκλημα στα νυχτερινά μαγαζιά της περιοχής. Η αλήθεια είναι πως τότε, μιλάμε για το 1965, για να κρατήσεις μαγαζί δεν λεγόσουν μαγαζάτορας, αλλά νταραβερτζής. Επρεπε να είσαι σκληρός.


Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 άνθησαν και τα πρώτα γκέι μπαρ.

Το πιο γνωστό ήταν το Χαβάη και το είχε ο Κατελάνος. Εκεί μαζεύονταν τα αγοράκια της εποχής, που βγήκαν αδελφούλες και δειλά δειλά φορούσαν κάποια φιογκάκια και τιραντούλες, μαζί με γνωστές αδελφές της εποχής, με αρχηγό τη Βασίλω. Κάποια στιγμή έγινε ένα έγκλημα στο μαγαζί και το έκλεισαν. Ετσι όλος αυτός ο κόσμος μοιράστηκε σε διάφορα μαγαζιά και κάποιοι ήρθαν και στο Χρυσό Κριάρι, αλλά και στο επόμενο νυχτερινό μαγαζί με το οποίο ασχολήθηκα.

Ποια είναι η γνώμη σου για τους γκέι, που τους γνώρισες από τα πρώτα βήματά σου στη νύχτα;

Εχω μεγαλώσει μαζί τους, έχω φίλους γκέι που τους αγαπάω. Οταν άνοιξα τα μπουζούκια, ήρθε μια ωραία κοπέλα και μου λέει: «Βρε, ναυτάκι, δεν με θυμάσαι;». Ηταν ένα αγόρι, πελάτης μου σ’ εκείνα τα μαγαζιά, που είχε γίνει γυναίκα και πολύ ωραία θα έλεγα. Ομως αυτό που μου κακοφαίνεται σε κάποιους από αυτούς είναι όταν τους βλέπω να επιδεικνύονται με προκλητικό τρόπο, να βγαίνουν σαν καραγκιόζηδες και να λένε πως θέλουν πράγματα τρελά…

Πότε άνοιξες το πρώτο σου μπουζουξίδικο;

Προηγήθηκε το Τζόκεϊ, το άνοιξα στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ένα μαγαζί με κορίτσια που έκαναν παρέα σε πελάτες, κυρίως από τον 6ο Αμερικανικό Στόλο. Επίσης, για δύο χρόνια (1970-73) πήγα στην Αμερική και δούλεψα στο μπαρ του Ζάππειον Παβίλιον στην Αστόρια, όπου τότε τραγουδούσε ο Στράτος Διονυσίου. Ενα βράδυ έγινε και μια μεγάλη ληστεία με πιστόλια στο μαγαζί, αλλά εκείνη την ώρα εγώ και ο Στράτος λείπαμε για φαγητό. Επιστρέφοντας από την Αμερική, άνοιξα το μπουζουξίδικο Πρόσωπο στο 12ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού.


Κι από ένα… ροκ μπουζουξίδικο της εθνικής οδού πώς κατάφερες και πέρασες στη σούπερ κοσμική Αθηναία της Πανεπιστημίου;

Το 1975 πήρα την Αθηναία, που τότε ήταν πραγματικά το πιο αριστοκρατικό μαγαζί της Αθήνας ή, αν θες, η πιο κοσμική υπόγα της Αθήνας, όπως λέω εγώ. Εκλεισε το 1992 και από εκεί πέρασαν τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού.

Οσο γι’ αυτό που λες, από μικρός ήμουν μπερκέτης… Ξόδευα πολλά λεφτά στο ντύσιμο, ψωνίζοντας ρούχα από το Μιλάνο, ενώ προτιμούσα να πάρω ένα μπουκάλι ουίσκι λιγότερο ή να φάω λιγότερο, για να αφήσω «τυχερά» στα γκαρσόνια και έτσι ένιωθα άνετα με αυτόν τον κόσμο, στον οποίο απευθυνόταν η Αθηναία.

Τη δεκαετία του ’80 δημιούργησες τα θρυλικά Αστέρια της Γλυφάδας.

Πιστεύω ότι τα Αστέρια ήταν το καλύτερο μαγαζί όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Ενα βράδυ ήρθε στην Αθηναία ο Κώστας Βουτσάς με ένα διευθυντή του Αστέρα Βουλιαγμένης και μου έγινε η πρόταση να πάρω το μαγαζί. Τι να πρωτοπείς για την ιστορία του… Χρειάζεσαι ολόκληρο βιβλίο!

Είχες και πελάτες πρώτα ονόματα της πολιτικής. Τι θυμάσαι από τα νυχτοπερπατήματά τους;

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι μερικοί από τους πολιτικούς που πέρασαν από τα μαγαζιά μου. Καλά, ο Ανδρέας ήταν μεγάλος γλεντζές και ερχόταν και στα εγκαίνια. Θυμάμαι, μια φορά ο Καραμανλής, ο θείος, έδωσε 500 δραχμές πουρμπουάρ στον θυρωρό, τον Παναγιώτη, και εκείνος το αρνήθηκε ευγενικά. Τότε ο Καραμανλής του είπε: «Γιατί, ρε, θα σε πνίξει;»


Στην προσωπική σου ζωή παντρεύτηκες μια ωραία γυναίκα, η οποία κέρδισε τον πρώτο τίτλο σε καλλιστεία που έγιναν στο μαγαζί σου. Ωστόσο, δεν ευτύχησε ο γάμος σας…

Παντρεύτηκα την Ιουλιάνα από την Κρήτη με ρίζες από την παλιά Ρωσία. Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν και ο ιδανικός για σύζυγος. Κάναμε δύο παιδιά, τον Νάσο και τον Αρη, και μείναμε μαζί για το μεγάλωμά τους. Κουμπάροι στον γάμο μας ήταν ο Βοσκόπουλος και η Κανελλίδου, που στη συνέχεια βάφτισαν και τον Νάσο. Και στις δύο βαφτίσεις των παιδιών μου παρούσα ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία έβαλε λάδι στα απόκρυφα σημεία τους για να γίνουν, όπως έλεγε, γλυκοτσούτσουνοι!

Κάνοντας έναν απολογισμό, τι έχεις να πεις για σένα αλλά και για τη λαμπρή πορεία σου στη νυχτερινή Αθήνα;

Καταρχάς, να πω ότι τα παιδιά μου είναι ό,τι καλύτερο στη ζωή μου! Αύριο μπορεί να μην έχω σπίτι, αυτοκίνητο, θα έχω όμως τα δυο βλαστάρια μου. Μάλιστα, σ’ αυτούς έχω αφιερώσει και το τραγούδι «Αετόπουλα της Ρούμελης» που τραγουδάει ο Πασχάλης Τερζής και περιλαμβάνεται στο διπλό cd με τον τίτλο «Καινούργια βήματα σε παλιά μονοπάτια». Είναι μια πολύ ωραία δισκογραφική δουλειά με τη συνεργασία εκλεκτών καλλιτεχνών του δημοτικού τραγουδιού και όχι μόνο. Και είναι, κατά κάποιον τρόπο, η μουσική βιογραφία μου μέσα από τραγούδια, που τους στίχους έγραψε κυρίως ο Κώστας Μπιλίρης εμπνευσμένος από τη ζωή μου. Οσο για την πορεία μου στη νύχτα, πιστεύω ότι είχα φιλότιμο και μπέσα, και ήμουν κιμπάρης. Ποτέ δεν έδωσα δουλειά στην Αστυνομία για να έχω ανταλλάγματα και δεν έβγαλα μυστικά άλλων προς τα έξω. Δεν «μου πήγε» ποτέ να φάω λεφτά από εργαζόμενο. Προτίμησα να βάλω μέσα την Εφορία και τις τράπεζες… Με τους καλλιτέχνες τα πήγαμε καλά, δεν έχω καμία πίκρα μέσα μου. Εκείνοι έκαναν τη δουλειά τους και εγώ από τη μεριά μου τους πρόσφερα απλόχερα ό,τι χρειάζεται για να είναι ένα κέντρο πρώτης κατηγορίας. Οσο για τα προσωπικά μου, δεν έδωσα δικαίωμα σε γυναίκες, δεν εξέθεσα καμία και ειδικά όταν έκανα τον πρώτο μου γιο άλλαξα τη ζωή μου, μπήκα σε μια κατηγορία πολύ… ελεγχόμενη.

Σήμερα τι κάνεις;

Είμαι συνταξιούχος χωρίς σύνταξη (γέλια), αν και ποτέ δεν θέλω να σταματήσω να δημιουργώ. Αν το κάνω, θα πεθάνω. Γυμνάζομαι, οδηγώ μηχανή, κολυμπάω και τον χειμώνα, και είμαι ιππέας. Θέλω να φτάσω μέχρι τα 95 μου! Έχω πάρει από το σόι της μάνας μου.

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here