Αν ο Quentin Tarantino έγραφε επεισόδιο για τις Άγριες Μέλισσες

177

Ο Quentin Tarantino γράφει σενάριο για τις ‘Άγριες Μέλισσες’. Μοιάζει εξωπραγματικό. Μήπως όμως δεν είναι;

Αυτή είναι μια τελείως διαφορετική προσέγγιση της σειράς ‘Άγριες Μέλισσες’, από τον άνθρωπο που λατρεύει τις ιστορίες εκδίκησης περισσότερο από κάθε άλλον στην παγκόσμια μυθοπλασία. Κάμερα και μικρόφωνο στον Quentin Tarantino.

Ο Quentin Tarantino αγαπάει τις ιστορίες εκδίκησης. Ο Quentin Tarantino ήταν πλασμένος για να συναντήσει τις ‘Άγριες Μέλισσες’ και να δώσει στο σενάριο της αγαπημένης τηλεοπτικής σειράς τη δική του προσέγγιση. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Oneman, βρέθηκε στην Παιανία, προσπάθησε να συμφωνήσει με τον ΑΝΤ1, αλλά οι όροι που έθεσε στο κανάλι ήταν υπερβολικά σκληροί.

Η σειρά θα γυριζόταν σε ασπρόμαυρο φορμάτ, αλλά το αίμα στις σκηνές μάχης θα έπρεπε να είναι βαμμένο κατακόκκινο. Οι ηθοποιοί θα έπρεπε να περάσουν από εντατικές προπονήσεις Κουνγκ-φου και εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, όλοι θα πραγματοποιούσαν τις επικίνδυνες σκηνές που περιλάμβανε το σενάριο, χωρίς stunt-men.Το σάουντρακ θα περιλάμβανε από Curtis Mayfield και Michael Jackson μέχρι Pink Floyd, ενώ υπήρχε μια σκέψη στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου να υπάρχουν και κάποια τραγούδια του Θάνου Πετρέλη και του Νίνο, ώστε να τονιστεί το διαπροσωπικό στοιχείο της σειράς και οι ανθρώπινες σχέσεις και να προωθηθούν οι νέες κυκλοφορίες της Spicy Records, αλλά ο συνθέτης Φοίβος επέβαλλε βέτο σε αυτή την ιδέα. Δεν μάθαμε ποτέ γιατί δεν συνέβησαν όλα αυτά.

Κατάφερα όμως να εξασφαλίσω τη σύνοψη σεναρίου που έγραψε μόνος του ο Tarantino για τη σειρά, πριν προχωρήσει στην ανάπτυξη της με τη συνεργασία των Ελλήνων σεναριογράφων. Σας το δίνω, αντέχετε;

Εισαγωγή

Ο Νικηφόρος Σεβαστός (Αναστάσης Ροϊλός) είναι παράνομα ερωτευμένος με την Ελένη Σταμίρη (Μαρια Κίτσου), η οποία πρόκειται να παντρευτεί τον αδελφό του, Σέργιο Σεβαστό. Ένα βράδυ ξάστερο με πανσέληνο, κλέβονται στη ρεματιά του χωριού και ονειρεύονται να φύγουν μαζί μακριά. Κανείς τους όμως δεν έχει καταλάβει πώς ο Δούκας Σεβαστός (Λεωνίδας Κακούρης), ο πατέρας της οικογένειας τους έχει ακολουθήσει και παραμονεύει κρυμμένος πίσω από κάτι βρούβες, για να πάρει την εκδίκηση του. Την επόμενη μέρα πάνε ξανά στη ρεματιά ο Νικηφόρος με την Ελένη, ενώ ο Δούκας Σεβαστός έχει αρχίσει ήδη να καλεί όλο το χωριό για το γάμο του γιου του, Σέργιου. Κάποιος όμως πρέπει να ξεπλύνει τη ντροπή του παράνομου έρωτα

Part 2: Εκδίκηση
Πράξη πρώτη

Άλλο ένα βράδυ που ο παράνομος έρωτας του Νικηφόρου για την Ελένη θεριεύει πάνω στις πλεκτές κουβέρτες που έχουν στήσει στη ρεματιά. Πάνω στο νερό καθρεφτίζονται τα σώματα τους σε έξαψη ερωτικού πόθου, καθώς ο Νικηφόρος προσπαθεί να βγάλει την βράκα του και η Ελένη τον καρτερά με χαμόγελο. Με ένα βήμα προς τα πίσω ο Νικηφόρος νιώθει ένα χέρι να τον ακουμπά. Γυρίζει και βλέπει μια φιγούρα νοτισμένη από το σκοτάδι του πόνου και της προδοσίας. Δίπλα της άλλη μια, που κρατάει ένα δισάκι με κάρβουνα στον ώμο και ένα φτυάρι. Τον ακινητοποιεί με μια τεχνική Κουνγκ-φου που περιλαμβάνει στριφογυριστές κλωτσιές και κινήσεις χεριών. Είναι ο αδελφός του, ο Κωνσταντής Σεβαστος. Ο Δούκας απορεί γιατί δεν χρησιμοποίησε το φτυάρι. Η Ελένη προσπαθεί να τους επιτεθεί με φωνές. Ο Κωνσταντής την αφήνει νοκ-άουτ, με μια γροθιά. Χρησιμοποιεί το φτυάρι για να σκάψει έναν λάκκο και να περάσει μέσα σούβλες.

Πράξη δεύτερη

Το ζευγάρι Ελένης-Νικηφόρου ξυπνά δεμένο χειροπόδαρα ανάμεσα σε δυο φωτιές. Στην μια ο Δούκας ψήνει λουκάνικα και μπριζόλες, Στην άλλη ψήνουν γλυκό βύσσινο και κυδώνι με μέλι. Ο Δούκας αναρωτιέται ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ψήσει το γλυκό βύσσινο και το κυδώνι. Είναι μια αηδία και μισή. Ο Δούκας δίνει ένα κομμάτι κρέας στο Νικηφόρο για να φάει. Εκείνος το φτύνει. Εκείνη επίσης το φτύνει. Παραπονιούνται πως το κρέας μυρίζει περίεργα, ίσως και να είναι ωμό. Ίσως και να μην είναι κρέας.

Ένα δείγμα του μονολόγου:

Οι Φραντσέζοι στα Παρίσια το τρώνε μέχρι και ωμό, αλλά δεν το καταλαβαίνουν. ‘Φχαριστιούνται την ομορφιά στις πρασινάδες και στα πάρκα του και παραμυθιάζονται. Και σκύλο ωμό με ριγανη και αλατάκι να τους βάλεις στο πιάτο, μπιφτέκι θα σου πουνε πως είναι και ‘τρε μπιαν -τρε μπιαν- ολαλα-ολαλα’ θα λένε, τρίβοντας τις κοιλιές τους από τη νοστιμάδα. Έκανα μάγειρας στο Παρίσι για δυο χρόνια. Έφτιαξα το κομπόδεμα μου και δασκάλευα τη γυναίκα μου τη Μυρσίνη να έρχεται εδώ σε αυτή τη ρεματιά και να ρίχνει στο σεντούκι όλα τα φράγκα που της έστελνα. Και να σου πω κάτι γιε μου; Και γάτα και σκυλί τους σέρβιρα γιατί ήτανε κουτοί και δεν ξέρανε να ξεχωρίσουν το ορτύκι απ’ το ποντίκι. Ένα βράδυ είχα ξεμείνει από πράμα, όλα μου τα ψυγεία ήταν άδεια κι είπα να νιώσω κι εγώ λίγο φραντσέζος, σένιος και αρτίστας της ίδιας μου της κουζίνας. Είχα έναν παράφωνο ζητιάνο εξ’ απ’ το μαγαζί που όλοι του φώναζαν ‘αρετ -αρέτ’ αλλά δεν το βούλωνε ο γαμημένος, Κάθε βράδυ τραγούδι και κακό. Μέχρι και οι γάτες ούρλιαζαν και φώναζαν σαν τρελές.

(Τον διακόπτει ο Νικηφόρος, κοιτάζει προς τους αιχμαλώτους)

“Και μετά πήρε το μαχαίρι του χασάπη και έριξε 36 κοψιές στον ζητιάνο, σφαχτάρι τον έκανε και ύστερα τον έκοβε μπριζόλες. Έχω που την ακούω 15 χρόνια τούτη την ιστορία

(Τον διακόπτει ο Δούκας με δυο δυνατές σφαλιάρες. Τον διατάζει να σύρει την Ελένη μπρος στη φωτιά)

Με ενοχλεί η συμπεριφορά σου κόρη μου. Έχεις τον έρμο τον Σέργιο που σ’αγαπά και σε λατρεύει και προτίμησες να ανοίξεις τα πόδια σου στο ντιβάνι και να μοιχευτείς με το αδελφό του σαν μια φτηνή πόρνη. Δε λεω όμορφη είσαι, σταράτη, καλοκρεατωμένη, θα σε ‘παίρνα κι εγώ, αλλά μπρος στη χαρά των παιδιών μου θυσία γίνομαι από τότε που πίναν το γάλα της αγελάδας και τρώγαν τη μπομπότα. Δεν ξέρω αν είμαι τσαντισμένος πιότερο με σένα ή με κείνον, τον μαλάκα. Κωσταντή μου τι λες να κάνω;

Κωσταντής: Αυτή να κάψεις αυτή φταίει για όλα’ (την κλωτσάει, προσπαθεί να τη ρίξει στην φωτιά)

Δούκας: Όσο κι αν με ενοχλούν οι πουτάνες, που χωρίζουν μια ολόκληρη φαμίλια στη μέση, όσο κι αν μου είναι εύκολο, παιχνιδάκι να σε κάψω και να σε κάνω μπριτζόλες και να σε φάμε στο τραπέζι του σογιού αύριο το μεσημέρι, είμαι χολωμένος με τον γιο μου. Αδελφός που πρόδωσε αδελφό δεν αξίζει να ζήσει.

Κωνσταντής προς Νικηφόρο: Θα σε κάψουμε ρε, αυτό σου αξίζει. Πρόδωσες τον αδελφό μας.

Ελένη (έχει δαγκώσει εκατό φορές το φίμωτρο, το έχει αχρηστεύσει): Σας παρακαλώ, όχι αυτόν, εμένα, εμένα να κάψετε!

Κωσταντής: Βούλωσε την τρύπα σου εσύ! Δεν θα μας πεις τι θα κάνουμε.

Δούκας προς τα αδέλφια: Βγάλτε το σκασμό σαψαλήδες, λέπουρες. Το αίμα μου τρυγάτε απ’ τα στήθια κάθε μέρα και μου το κάνετε φαρμάκι. Σας σιχάθηκα και τους δυο, αή στο διάολο.

(τους τραβάει από τους γιακάδες και τους πετάει μακριά από τη φωτιά. Γυρνάει προς το μέρος της Ελένης)

Δουκας προς Ελένη: Ξέρεις να τραγουδάς φραντσέζικα γλυκιά μου;

(κουνάει το κεφάλι εκείνη, ουρλιάζοντας)

Δούκας: Τραγούδα μωρή! Τραγούδα! Διασκέδασε μας επιτέλους!

(τον φτύνει στο πρόσωπο)

Δούκας: Ε, τώρα θα τραγουδήσεις και γαλλικά και ελληνικά μαζί.

(πιάνει τον Νικηφόρο και τον πετάει στην φωτιά. Ο Νικηφόρος καίγεται ζωντανός).

Πράξη Δεύτερη

Σημειώσεις Quentin Tarantino: Η Ελένη εξομολογείται στις αδελφές της τι συνέβη με τον τραγικό θάνατο του Νικηφόρου. Η μικρή Δροσω αποφασίζει να πάρουν εκδίκηση όλες μαζί και να σκοτώσουν τον Δούκα. Η Δρόσω βγάζει από το ερμάρι του παιδικού της δωματίου ένα σπαθί Hatori Hanzo, ενώ η Ασημίνα βγάζει από τη ντουλάπα της ένα τουφέκι και αρχίζει να το καθαρίζει και να το γεμίζει με σφαίρες. Ο γάμος του Σέργιου θα ακολουθήσει μετά την κηδεία. Το γλέντι δεν θα γίνει λόγω πένθους. Στη θέση του γλεντιού θα γίνει μάζωξη στο σπίτι και τρατάρισμα καφέ. Τα τραπεζομάντιλα θα είναι καθαρά και μοσχομυριστά. Το αίμα δεν θα στάξει μέσα στο σπίτι των Σεβαστών. Η εκδίκηση θα παρθεί εκεί που έγινε το μεγάλο μακελειό. Στη ρεματιά.

Παρουσιάζοντας στη μικρή οθόνη καλλιτεχνικά τηλεοπτικά πρότζεκτ στη λογική κινηματογραφικών παραγωγών, η HBO μεταμόρφωσε το μέσο της τηλεόρασης. Το POP για τις Δύσκολες Ώρες ακολουθεί τα βήματα του δικτύου εγκαινιάζοντας μια νέα σειρά-αφιέρωμα – από τη γέννησή του στα ‘60s και την επέλαση του ‘Sopranos’, μέχρι το συγκλονιστικό φινάλε του ‘Six Feet Under’ και το σάρωμα του ‘Band of Brothers’.

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ